Ανορεξία: «θρέφοντας» δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις

Ανορεξία: «θρέφοντας» δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις

Η ανορεξία όπως και όλες οι διατροφικές διαταραχές αποτελούν προβλήματα τα οποία συνδέονται με σύνθετους βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Η αποκωδικοποίηση του «συμπτώματος» σε τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί συχνά ένα δύσκολο γρίφο, ενώ παράλληλα η σχετική βιβλιογραφία τονίζει την επιμονή των συγκεκριμένων διαταραχών και τη δυσκολία της θεραπευτικής αντιμετώπισης τους.

Υπό το πρίσμα της συστημικής προσέγγισης, η ανορεξία εξετάζεται περισσότερο σαν ένα πρόβλημα που εδράζεται στις οικογενειακές σχέσεις παρά στο ίδιο το άτομο που εμφανίζει το «σύμπτωμα». Σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό, ένα μοτίβο που φαίνεται να ακολουθεί τις οικογένειες στις οποίες κάποιο μέλος νοσεί από ανορεξία, είναι η «τριγωνοποίηση» του παιδιού από τους γονείς και η αδυναμία διάκρισης των προσωπικών του αναγκών, από τις ανάγκες του γονέα. Επιπρόσθετα, έχει συχνά καταγραφεί μια γενικότερη δυσκολία στην έκφραση του αρνητικού συναισθήματος και τη διαχείριση των συγκρούσεων – οι οποίες συνήθως αποφεύγονται ή καλύπτονται -  με αποτέλεσμα το αρνητικό συναίσθημα να καταπιέζεται και να διοχετεύεται μέσω του «συμπτώματος». Μάλιστα, μέσα από τις υποβόσκουσες συζυγικές συγκρούσεις που συχνά ενυπάρχουν αλλά δεν εκτονώνονται, οι γονείς τείνουν να βάζουν το παιδί σε θέση να διαλέξει «πεδίο μάχης», δίχως όμως έκδηλα να φανερώνεται η συγκεκριμένη απαίτηση, κάτι που δημιουργεί σύγχυση και συγκρουσιακά συναισθήματα στα παιδιά.

Μπαίνοντας στη διαδικασία να διερευνήσουμε «τι εξυπηρετεί» το σύμπτωμα, συχνά συναντάμε γονείς που αν και αποξενωμένοι από τη συντροφική τους σχέση, με αφορμή «το πρόβλημα» του παιδιού, έρχονται κοντά έτσι ώστε να το αντιμετωπίσουν από κοινού – κάτι που στη συνέχεια ενισχύει το παιδί στο να συνεχίζει να εκφράζεται με τον τρόπο αυτό. Το παραπάνω στην ακραία του μορφή, καθιστά την ανορεξία μέρος της ταυτότητας του ατόμου, σε βαθμό τέτοιο που υποσυνείδητα αντιλαμβάνεται ότι θα ήταν καταστροφικό για την οικογένεια εάν σταματήσει να νοσεί. Σε άλλες περιπτώσεις, το σύμπτωμα εξυπηρετεί απλά την ανάγκη να νιώσει το παιδί ότι διατηρεί έστω επιφανειακά το αίσθημα «ελέγχου» της ζωής του – ελέγχοντας σε ακραίο βαθμό την πρόσληψη τροφής και το σωματικό του βάρος – εξαιτίας της υπερεμπλοκής των/του γονέα ή/και της απουσίας ορίων εντός του οικογενειακού συστήματος.

Τόσο μέσα από τη συστημική, όσο και από άλλες προσεγγίσεις, έχει καταγραφεί επίσης ως μοτίβο το ανορεξικό παιδί να προσπαθεί να ικανοποιήσει τις συναισθηματικές ανάγκες των γονέων, να τους ευχαριστήσει ή και να τους κάνει να νιώσουν «πετυχημένοι» όντας το ίδιο ένα «καλό παιδί» με καλές σχολικές επιδόσεις, ή κατακτώντας πράγματα που ευχαριστούν περισσότερο τους γονείς του, παρά το ίδιο. Προσπαθεί με τον τρόπο αυτό να διατηρήσει και να υπηρετήσει ένα μοντέλο μη ρεαλιστικής τελειότητας που καθρεπτίζεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του και φυσικά του ρόλου που διατηρεί εντός του οικογενειακού πλαισίου. Το παραπάνω όμως, καταλήγει να επιδρά αρνητικά στην οικογένεια όταν στη μετά-εφηβεία εποχή, το παιδί καλείται να διαφοροποιηθεί και να εγκαταλείψει την εστία της οικογένειας, απομακρύνοντας παράλληλα τους γονείς από το ρόλο που τους δίνει τη μεγαλύτερη ίσως ικανοποίηση – αυτόν του γονέα.

Αρκετές νεαρές γυναίκες που πάσχουν από ανορεξία φαίνεται επίσης να έχουν αναπτύξει συχνά μια παθολογική συμμαχία με τη μητέρα, παραμερίζοντας ή υποτιμώντας το πατέρα, για τον οποίο τρέφουν θυμό – συχνά για λογαριασμό της μητέρας, καταλήγοντας επίσης σε συγκρουσιακά συναισθήματα, αφού η εξιδανίκευση του ενός γονιού καταλήγει να τονίζει τις ανεπάρκειες του άλλου.

Σε κάθε περίπτωση, η σχέση του ανορεκτικού με τους γονείς και την οικογένεια γενικότερα, αποτελεί μείζονος σημασίας ζήτημα το οποίο πρέπει να διερευνηθεί πολύπλευρα, σε συνδυασμό με όλους τους άλλους παράγοντες που εμπλέκονται σε τέτοιου τύπου διαταραχές και που συνολικά αποτελούν και το πλαίσιο εμφάνισης της. Για το λόγο αυτό, συχνά απαιτείται η συνεργασία ειδικών ώστε το πλαίσιο αυτό να αποκωδικοποιηθεί με τρόπο τέτοιο, ώστε το άτομο να βοηθηθεί να αντιμετωπίσει παράλληλα όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από το συγκεκριμένο πρόβλημα.