Διαφοροποίηση και συγχώνευση: Ρυθμίζοντας την εγγύτητα εντός του οικογενειακού πλαισίου

Διαφοροποίηση και συγχώνευση: Ρυθμίζοντας την εγγύτητα εντός του οικογενειακού πλαισίου

Η έννοια της διαφοροποίησης αποτελεί κεντρική έννοια στην οικογενειακή θεραπεία, ενώ παίζει σπουδαίο ρόλο στην θέση και το ρόλο που λαμβάνει το άτομο εντός του οικογενειακού συστήματος.

Το να είναι κανείς διαφοροποιημένος, στην πραγματικότητα σημαίνει ότι μπορεί να αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα σε σχέση με την οικογένεια του, αλλά ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να διατηρεί σε ένα καλό βαθμό τη συναισθηματική επαφή μαζί τους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, σημαίνει επίσης ότι το άτομο έχει ωριμάσει και είναι σε θέση να διακρίνει τη συναισθηματική από τη νοητική του λειτουργία.

Ένα διαφοροποιημένο μέλος μιας οικογένειας, αισθάνεται ότι «του επιτρέπεται» και μπορεί να αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα, με το δικό του τρόπο σκέψης και τις δικές του απόψεις - ακόμη και αν είναι εντελώς διαφορετικές από τα υπόλοιπα μέλη. Έτσι, μπορεί εύκολα να λέει «ναι» και «όχι» όπου χρειάζεται, ενώ νιώθει ελεύθερο να κάνει τις δικές του ξεχωριστές επιλογές στη ζωή.

Αντίθετα, ένα συγχωνευμένο άτομο, συχνά νιώθει εγκλωβισμένο μη μπορώντας να διαφοροποιήσει τον εαυτό του από τους άλλους, με αποτέλεσμα συνήθως να αναζητά το άτομο εκείνο που θα μπορέσει να το ανακουφίσει, ικανοποιώντας στο έπακρο τις συναισθηματικές του ανάγκες. Τα συγχωνευμένα άτομα, συχνά νιώθουν κατώτερα από τους άλλους, δεν μπορούν να εκφράσουν τη δική τους θέση και άποψη και αναπαράγουν τις θέσεις και αξίες των άλλων. Δυσκολεύονται να πάρουν αποφάσεις και αναζητούν μόνιμα τη στενή εκείνη επαφή που θα τους «πληρώσει» συναισθηματικά ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι αναλώνονται στο να ευχαριστούν τους ανθρώπους με τους οποίους είναι «συγχωνευμένοι». Σε θεραπευτικό επίπεδο, ένα συγχωνευμένο άτομο στρέφει την προσοχή του στο πως θα αλλάξουν οι άλλοι, ενώ στο άλλο άκρο, ένα διαφοροποιημένο άτομο, μπορεί να εστιάσει στις προσωπικές του αλλαγές.

Το να είναι κανείς συγχωνευμένος, δεν αποτελεί ένα ζήτημα που αφορά μόνο εκείνον και τη δική του πατρική οικογένεια, αλλά αντίθετα, αυτή η έλλειψη διαφοροποίησης μεταφέρεται συνήθως και σε άλλα συστήματα, όπως π.χ. εντός του ζευγαριού ή μεταβιβάζοντας ο γονιός το δικό του επίπεδο διαφοροποίησης στο παιδί του. Μια συγχωνευμένη κόρη για παράδειγμα, που μεγάλωσε ως εξαρτημένη από τους γονείς, θα ψάξει έναν σύντροφο μετέπειτα από τον οποίο θα είναι επίσης συναισθηματικά εξαρτημένη κοκ. Το παραπάνω καταδεικνύει και τη σημασία του να ρυθμίσει κανείς το συγκεκριμένο τύπο δεσμού με την οικογένεια του.

Τι κάνει ένα μέλος να είναι συγχωνευμένο; Συχνά οι οικογένειες, στο βωμό της «ασφάλειας» και της ζεστασιάς που το οικογενειακό πλαίσιο παρέχει, δίνει μεγάλη έμφαση στο «εμείς» παρεμποδίζοντας ή ακόμη και καταπνίγοντας τις όποιες διαφορετικές φωνές μέσα στην οικογένεια, σε σημείο να υπάρχει αίσθηση απώλειας του εαυτού. Έτσι, συχνά οι άνθρωποι προκειμένου να μειώσουν το άγχος που σχετίζεται με την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στην αυτονόμηση και το συγχωνευμένο «μαζί», προσπαθούν να ρυθμίσουν την απόσταση με το να εμπλέκονται σε τρίγωνα, συμμαχίες, ή/και αποκόπτοντας τελείως πολλές φορές την επαφή με τους κοντινούς τους ανθρώπους – συναισθηματικά ή φυσικά.

Ο βαθμός συγχώνευσης των μελών γίνεται συνήθως εμφανής σε καταστάσεις οικογενειακών «κρίσεων», όπου οι αντιδράσεις των μελών είναι άμεσες και ασυνείδητες. Παρόλα αυτά στην καθημερινότητα μας συχνά παρατηρούμε έκδηλα κάποια παραδείγματα που υποδεικνύουν πιθανά συγχωνευμένα οικογενειακά συστήματα: Μαμάδες που δεν επιτρέπουν τη διαφοροποίηση από το παιδί τους: «πηγαίνουμε στην Δ’ δημοτικού και έχουμε μια πολύ καλή δασκάλα..», συντρόφους σε συγχωνευμένες σχέσεις: «εμείς τα κάνουμε όλα μαζί, δεν χωρίζουμε ποτέ και σε τίποτα..», ή και μεσήλικα «παιδιά» που κατοικούν ακόμη εντός της οικογενειακής στέγης με τους υπερήλικες γονείς τους.

Σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της θεραπείας τέτοιου τύπου δυσλειτουργικές σχέσεις με τα οικογενειακό πλαίσιο διερευνώνται και κρίνεται κρίσιμο να λυθούν και να ρυθμιστεί κατάλληλα ο βαθμός «εγγύτητας» προκειμένου στην πορεία το άτομο να μπορεί να εστιάσει στις δικές του προσωπικές αλλαγές οι οποίες θα το βοηθήσουν να κάνει τα επόμενα βήματα του.