Η σημασία θέσπισης ορίων στα παιδιά και πως θα το κάνουμε επιτυχημένα

Η σημασία θέσπισης ορίων στα παιδιά και πως θα το κάνουμε επιτυχημένα

Τα όρια και ο τρόπος με τον οποίο θα επιτευχθεί η αποτελεσματική θέσπιση τους, αποτελεί ένα διαχρονικά σημαντικό ζήτημα, για όλους τους γονείς. Όταν αναφερόμαστε στα «όρια» μιλάμε για μια σταθερή στάση/συμπεριφορά του γονέα/φροντιστή απέναντι σε συγκεκριμένα ζητήματα της καθημερινότητας.Οι περισσότεροι γονείς αντιλαμβάνονται ότι τα παιδιά τους χρειάζονται όρια, όμως δυσκολεύονται να τα θέσουν, επειδή προσδίδουν μια αρνητική χροιά στη λέξη «οριο» και θεωρούν ότι περιορίζουν την ελευθερία των παιδιών τους.

Τα όρια είναι απαραίτητα καθώς ο γονέας το βοηθά να ωριμάσει και να αναπτυχθεί. Ένα παιδί που οριοθετείται, μαθαίνει τον αυτοέλεγχο, να οριοθετεί δηλαδή μετά και το ίδιο τον εαυτό του και να μην παρασύρεται από τις παρορμήσεις του. Μάλιστα έχει αποδειχθεί ότι οι γονείς που θέτουν σταθερά όρια, μεγαλώνουν παιδιά με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, ενώ όχι απλώς δεν περιορίζουν την ελευθερία τους όπως πολλοί γονείς νομίζουν, αλλά αντιθέτως την ενισχύουν καθώς:

  • Καλλιεργούν ένα αίσθημα ασφάλειας
  • Κάνουν τον κόσμο περισσότερο προβλέψιμο
  • Ενισχύουν την υπευθυνότητα
  • Καλλιεργούν εμπιστοσύνη προς τους γονείς
  • Ενθαρρύνουν την ανάπτυξη πρωτοβουλίας

 

Πότε θέτουμε όρια;

Τα όρια είναι καλό να καλλιεργούνται από τα πρώτα χρόνια της ζωής. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να οριοθετήσουμε συμπεριφορές ενός παιδιού στα 11 και στα 12 έτη, αν προηγουμένως δεν έχουμε ξεκινήσει με πιο απλά ζητήματα. Πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του παιδιού και οι γνωστικές δεξιότητες που έχει.

Πώς θέτουμε όρια;

Για να θέσουμε επιτυχώς κάποια όρια στα παιδιά μας πρέπει να ακολουθήσουμε κάποιους κανόνες. Αρχικά είναι σημαντικό να συζητήσετε το με το παιδί. Όταν το περιεχόμενο των ορίων έχει συζητηθεί και είναι συμφωνημένο μεταξύ γονέα – παιδιού, και όχι απλά επιβεβλημένο, «δεσμεύει» από κοινού και τα δύο μέρη. Έτσι, ούτε το παιδί μπορεί να υποκριθεί ότι δεν ήξερε τον επιτρεπτό τρόπο συμπεριφοράς, αλλά ούτε και ο γονέας αλλάζει διαρκώς τον όποιο κανόνα ανάλογα με την συγκυρία. Κάποια επιπρόσθετα δεδομένα που διευκολύνουν την επιτυχή θέσπιση ορίων είναι:

  • Δώστε σαφείς οδηγίες με ευγενικό αλλά κατηγορηματικό τρόπο
  • Αναγνωρίστε τις ανάγκες του
  • Εκφράστε τις δικές σας ανάγκες και συναισθήματα
  • Τηρήστε τα συμφωνηθέντα
  • Επαινείτε και ενθαρρύνετε τη συνεργασία του παιδιού
  • Αντιδράτε άμεσα στην μη αποδεκτή συμπεριφορά

 

Τι κάνουμε όταν ένας κανόνας έχει παραβιαστεί;

Όταν ένας κανόνας – όριο έχει παραβιαστεί, αρχικά πρέπει να μείνουμε ψύχραιμοι. Αυτό που είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε είναι να προσπαθούμε να διατηρήσουμε μια ισορροπία μεταξύ  αυστηρότητας και επιτρεπτικότητας.

Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να:

  • Αναζητούμε την αιτία που δεν τηρήθηκε κάποιο όριο
  • Διαχωρίζουμε την ενέργεια από το πρόσωπο (κακή συμπεριφορά, όχι κακό παιδί)
  • Αφήνουμε το παιδί να βιώσει τις φυσικές συνέπειες της παραβίασης
  • Καθοδηγούμε το παιδί ώστε να συμμετέχει στην επανόρθωση των συνεπειών

 

Πως θα πετύχουμε την απαραίτητη ισορροπία;

Σε όλες τις ηλικίες η διαπαιδαγώγησή θα πρέπει να «κινείται» κάπου ανάμεσα στην αυστηρότητα και την ελευθερία. Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από γονείς επιτρεπτικούς που τα αφήνουν να δοκιμάσουν τα πάντα χωρίς συνέπειες. Ούτε όμως και από γονείς αυταρχικούς, που έχουν θέσει όρια και κανόνες για τα πάντα.

Τα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι πολύ αυστηροί γίνονται συχνά ενήλικες χωρίς αυθορμητισμό, διστακτικοί, αναποφάσιστοι, αυτο-καταπιεζόμενοι, με ενοχές και χαμηλή αυτοεκτίμηση, ενώ συχνά αδυνατούν να ευχαριστηθούν τη ζωή. Αντίθετα, τα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς ικανοποιητικά/σωστά όρια, τείνουν να συμπεριφέρονται παρορμητικά, με μειωμένο σεβασμό των ορίων των άλλων και της κοινωνίας. Μπορεί να έχουν επίσης χαμηλή αυτοεικόνα και αυτοέλεγχο, ή/ και να εκδηλώσουν παραβατικές συμπεριφορές. Για να επιτευχθεί μια ισορροπία μεταξύ ελευθερίας και περιορισμών, οι γονείς χρειάζεται να δίνουν ευκαιρίες στα παιδιά να κάνουν πράγματα από μόνα τους, να εκφράζουν ελεύθερα τις απόψεις τους και να παίρνουν πρωτοβουλίες, ενώ οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει το απαραίτητο δίχτυ ασφαλείας με την καθοδήγησή τους και τα όρια που έχουν θέσει. Με τον τρόπο αυτό μειώνονται σε μεγάλο βαθμό οι εντάσεις μέσα στην οικογένεια, η επίλυση προβλημάτων πραγματοποιείται σε κλίμα σταθερότητας ενώ δημιουργείται αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ γονέα και παιδιού – κάτι το οποίο είναι και το ζητούμενο για τη μεταξύ τους σχέση.