ΑΡΘΡΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

×

Σφάλμα

Strange, but missing GJFields library for /var/www/vhosts/vasilou.gr/httpdocs/plugins/content/autoreadmore/autoreadmore.php
The library should be installed together with the extension... Anyway, reinstall it: GJFields
Ανορεξία: «θρέφοντας» δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις

Ανορεξία: «θρέφοντας» δυσλειτουργικές οικογενειακές σχέσεις

Η ανορεξία όπως και όλες οι διατροφικές διαταραχές αποτελούν προβλήματα τα οποία συνδέονται με σύνθετους βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Η αποκωδικοποίηση του «συμπτώματος» σε τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί συχνά ένα δύσκολο γρίφο, ενώ παράλληλα η σχετική βιβλιογραφία τονίζει την επιμονή των συγκεκριμένων διαταραχών και τη δυσκολία της θεραπευτικής αντιμετώπισης τους.

Υπό το πρίσμα της συστημικής προσέγγισης, η ανορεξία εξετάζεται περισσότερο σαν ένα πρόβλημα που εδράζεται στις οικογενειακές σχέσεις παρά στο ίδιο το άτομο που εμφανίζει το «σύμπτωμα». Σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό, ένα μοτίβο που φαίνεται να ακολουθεί τις οικογένειες στις οποίες κάποιο μέλος νοσεί από ανορεξία, είναι η «τριγωνοποίηση» του παιδιού από τους γονείς και η αδυναμία διάκρισης των προσωπικών του αναγκών, από τις ανάγκες του γονέα. Επιπρόσθετα, έχει συχνά καταγραφεί μια γενικότερη δυσκολία στην έκφραση του αρνητικού συναισθήματος και τη διαχείριση των συγκρούσεων – οι οποίες συνήθως αποφεύγονται ή καλύπτονται -  με αποτέλεσμα το αρνητικό συναίσθημα να καταπιέζεται και να διοχετεύεται μέσω του «συμπτώματος». Μάλιστα, μέσα από τις υποβόσκουσες συζυγικές συγκρούσεις που συχνά ενυπάρχουν αλλά δεν εκτονώνονται, οι γονείς τείνουν να βάζουν το παιδί σε θέση να διαλέξει «πεδίο μάχης», δίχως όμως έκδηλα να φανερώνεται η συγκεκριμένη απαίτηση, κάτι που δημιουργεί σύγχυση και συγκρουσιακά συναισθήματα στα παιδιά.

Μπαίνοντας στη διαδικασία να διερευνήσουμε «τι εξυπηρετεί» το σύμπτωμα, συχνά συναντάμε γονείς που αν και αποξενωμένοι από τη συντροφική τους σχέση, με αφορμή «το πρόβλημα» του παιδιού, έρχονται κοντά έτσι ώστε να το αντιμετωπίσουν από κοινού – κάτι που στη συνέχεια ενισχύει το παιδί στο να συνεχίζει να εκφράζεται με τον τρόπο αυτό. Το παραπάνω στην ακραία του μορφή, καθιστά την ανορεξία μέρος της ταυτότητας του ατόμου, σε βαθμό τέτοιο που υποσυνείδητα αντιλαμβάνεται ότι θα ήταν καταστροφικό για την οικογένεια εάν σταματήσει να νοσεί. Σε άλλες περιπτώσεις, το σύμπτωμα εξυπηρετεί απλά την ανάγκη να νιώσει το παιδί ότι διατηρεί έστω επιφανειακά το αίσθημα «ελέγχου» της ζωής του – ελέγχοντας σε ακραίο βαθμό την πρόσληψη τροφής και το σωματικό του βάρος – εξαιτίας της υπερεμπλοκής των/του γονέα ή/και της απουσίας ορίων εντός του οικογενειακού συστήματος.

Τόσο μέσα από τη συστημική, όσο και από άλλες προσεγγίσεις, έχει καταγραφεί επίσης ως μοτίβο το ανορεξικό παιδί να προσπαθεί να ικανοποιήσει τις συναισθηματικές ανάγκες των γονέων, να τους ευχαριστήσει ή και να τους κάνει να νιώσουν «πετυχημένοι» όντας το ίδιο ένα «καλό παιδί» με καλές σχολικές επιδόσεις, ή κατακτώντας πράγματα που ευχαριστούν περισσότερο τους γονείς του, παρά το ίδιο. Προσπαθεί με τον τρόπο αυτό να διατηρήσει και να υπηρετήσει ένα μοντέλο μη ρεαλιστικής τελειότητας που καθρεπτίζεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του και φυσικά του ρόλου που διατηρεί εντός του οικογενειακού πλαισίου. Το παραπάνω όμως, καταλήγει να επιδρά αρνητικά στην οικογένεια όταν στη μετά-εφηβεία εποχή, το παιδί καλείται να διαφοροποιηθεί και να εγκαταλείψει την εστία της οικογένειας, απομακρύνοντας παράλληλα τους γονείς από το ρόλο που τους δίνει τη μεγαλύτερη ίσως ικανοποίηση – αυτόν του γονέα.

Αρκετές νεαρές γυναίκες που πάσχουν από ανορεξία φαίνεται επίσης να έχουν αναπτύξει συχνά μια παθολογική συμμαχία με τη μητέρα, παραμερίζοντας ή υποτιμώντας το πατέρα, για τον οποίο τρέφουν θυμό – συχνά για λογαριασμό της μητέρας, καταλήγοντας επίσης σε συγκρουσιακά συναισθήματα, αφού η εξιδανίκευση του ενός γονιού καταλήγει να τονίζει τις ανεπάρκειες του άλλου.

Σε κάθε περίπτωση, η σχέση του ανορεκτικού με τους γονείς και την οικογένεια γενικότερα, αποτελεί μείζονος σημασίας ζήτημα το οποίο πρέπει να διερευνηθεί πολύπλευρα, σε συνδυασμό με όλους τους άλλους παράγοντες που εμπλέκονται σε τέτοιου τύπου διαταραχές και που συνολικά αποτελούν και το πλαίσιο εμφάνισης της. Για το λόγο αυτό, συχνά απαιτείται η συνεργασία ειδικών ώστε το πλαίσιο αυτό να αποκωδικοποιηθεί με τρόπο τέτοιο, ώστε το άτομο να βοηθηθεί να αντιμετωπίσει παράλληλα όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από το συγκεκριμένο πρόβλημα.

Διαφοροποίηση και συγχώνευση: Ρυθμίζοντας την εγγύτητα εντός του οικογενειακού πλαισίου

Διαφοροποίηση και συγχώνευση: Ρυθμίζοντας την εγγύτητα εντός του οικογενειακού πλαισίου

Η έννοια της διαφοροποίησης αποτελεί κεντρική έννοια στην οικογενειακή θεραπεία, ενώ παίζει σπουδαίο ρόλο στην θέση και το ρόλο που λαμβάνει το άτομο εντός του οικογενειακού συστήματος.

Το να είναι κανείς διαφοροποιημένος, στην πραγματικότητα σημαίνει ότι μπορεί να αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα σε σχέση με την οικογένεια του, αλλά ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να διατηρεί σε ένα καλό βαθμό τη συναισθηματική επαφή μαζί τους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, σημαίνει επίσης ότι το άτομο έχει ωριμάσει και είναι σε θέση να διακρίνει τη συναισθηματική από τη νοητική του λειτουργία.

Ένα διαφοροποιημένο μέλος μιας οικογένειας, αισθάνεται ότι «του επιτρέπεται» και μπορεί να αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα, με το δικό του τρόπο σκέψης και τις δικές του απόψεις - ακόμη και αν είναι εντελώς διαφορετικές από τα υπόλοιπα μέλη. Έτσι, μπορεί εύκολα να λέει «ναι» και «όχι» όπου χρειάζεται, ενώ νιώθει ελεύθερο να κάνει τις δικές του ξεχωριστές επιλογές στη ζωή.

Αντίθετα, ένα συγχωνευμένο άτομο, συχνά νιώθει εγκλωβισμένο μη μπορώντας να διαφοροποιήσει τον εαυτό του από τους άλλους, με αποτέλεσμα συνήθως να αναζητά το άτομο εκείνο που θα μπορέσει να το ανακουφίσει, ικανοποιώντας στο έπακρο τις συναισθηματικές του ανάγκες. Τα συγχωνευμένα άτομα, συχνά νιώθουν κατώτερα από τους άλλους, δεν μπορούν να εκφράσουν τη δική τους θέση και άποψη και αναπαράγουν τις θέσεις και αξίες των άλλων. Δυσκολεύονται να πάρουν αποφάσεις και αναζητούν μόνιμα τη στενή εκείνη επαφή που θα τους «πληρώσει» συναισθηματικά ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι αναλώνονται στο να ευχαριστούν τους ανθρώπους με τους οποίους είναι «συγχωνευμένοι». Σε θεραπευτικό επίπεδο, ένα συγχωνευμένο άτομο στρέφει την προσοχή του στο πως θα αλλάξουν οι άλλοι, ενώ στο άλλο άκρο, ένα διαφοροποιημένο άτομο, μπορεί να εστιάσει στις προσωπικές του αλλαγές.

Το να είναι κανείς συγχωνευμένος, δεν αποτελεί ένα ζήτημα που αφορά μόνο εκείνον και τη δική του πατρική οικογένεια, αλλά αντίθετα, αυτή η έλλειψη διαφοροποίησης μεταφέρεται συνήθως και σε άλλα συστήματα, όπως π.χ. εντός του ζευγαριού ή μεταβιβάζοντας ο γονιός το δικό του επίπεδο διαφοροποίησης στο παιδί του. Μια συγχωνευμένη κόρη για παράδειγμα, που μεγάλωσε ως εξαρτημένη από τους γονείς, θα ψάξει έναν σύντροφο μετέπειτα από τον οποίο θα είναι επίσης συναισθηματικά εξαρτημένη κοκ. Το παραπάνω καταδεικνύει και τη σημασία του να ρυθμίσει κανείς το συγκεκριμένο τύπο δεσμού με την οικογένεια του.

Τι κάνει ένα μέλος να είναι συγχωνευμένο; Συχνά οι οικογένειες, στο βωμό της «ασφάλειας» και της ζεστασιάς που το οικογενειακό πλαίσιο παρέχει, δίνει μεγάλη έμφαση στο «εμείς» παρεμποδίζοντας ή ακόμη και καταπνίγοντας τις όποιες διαφορετικές φωνές μέσα στην οικογένεια, σε σημείο να υπάρχει αίσθηση απώλειας του εαυτού. Έτσι, συχνά οι άνθρωποι προκειμένου να μειώσουν το άγχος που σχετίζεται με την προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα στην αυτονόμηση και το συγχωνευμένο «μαζί», προσπαθούν να ρυθμίσουν την απόσταση με το να εμπλέκονται σε τρίγωνα, συμμαχίες, ή/και αποκόπτοντας τελείως πολλές φορές την επαφή με τους κοντινούς τους ανθρώπους – συναισθηματικά ή φυσικά.

Ο βαθμός συγχώνευσης των μελών γίνεται συνήθως εμφανής σε καταστάσεις οικογενειακών «κρίσεων», όπου οι αντιδράσεις των μελών είναι άμεσες και ασυνείδητες. Παρόλα αυτά στην καθημερινότητα μας συχνά παρατηρούμε έκδηλα κάποια παραδείγματα που υποδεικνύουν πιθανά συγχωνευμένα οικογενειακά συστήματα: Μαμάδες που δεν επιτρέπουν τη διαφοροποίηση από το παιδί τους: «πηγαίνουμε στην Δ’ δημοτικού και έχουμε μια πολύ καλή δασκάλα..», συντρόφους σε συγχωνευμένες σχέσεις: «εμείς τα κάνουμε όλα μαζί, δεν χωρίζουμε ποτέ και σε τίποτα..», ή και μεσήλικα «παιδιά» που κατοικούν ακόμη εντός της οικογενειακής στέγης με τους υπερήλικες γονείς τους.

Σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της θεραπείας τέτοιου τύπου δυσλειτουργικές σχέσεις με τα οικογενειακό πλαίσιο διερευνώνται και κρίνεται κρίσιμο να λυθούν και να ρυθμιστεί κατάλληλα ο βαθμός «εγγύτητας» προκειμένου στην πορεία το άτομο να μπορεί να εστιάσει στις δικές του προσωπικές αλλαγές οι οποίες θα το βοηθήσουν να κάνει τα επόμενα βήματα του.

Ζώντας μια μη βιωμένη ζωή: Το μασκάρεμα των πραγματικών αναγκών και πως μπορεί να οδηγήσει στο συναίσθημα της ανηδονίας

Ζώντας μια μη βιωμένη ζωή: Το μασκάρεμα των πραγματικών αναγκών και πως μπορεί να οδηγήσει στο συναίσθημα της ανηδονίας

Το να υποδύεται κανείς κάποιον άλλον «μασκαρεύοντας» τον εαυτό του, αποτελεί κάτι που μας παραπέμπει στο έθιμο των αποκριών που πλησιάζει. Όμως το «μασκάρεμα» αποτελεί μια πρακτική που οι άνθρωποι συχνά χρησιμοποιούν και στην πραγματική τους ζωή. Όχι συνειδητά και με συγκεκριμένο στόχο και σκοπό, αλλά υπηρετώντας πολλές φορές μια περσόνα που «θα ήθελαν» ή «θα έπρεπε» να είναι και που με έναν τρόπο τους προστατεύει από τα «αρνητικά» και «απειλητικά» στοιχεία που φέρει ο αληθινός εαυτός..

Ο τρόπος εκδήλωσης της παραπάνω παράδοξης διεργασίας συχνά γίνεται εμφανής με το αίτημα του ανικανοποίητου από τη ζωή, την καθημερινότητα και τις συνήθειες, μια ανηδονία για όλα, που πια ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπομείνει. Οι πραγματικές τους ανάγκες καλύπτονται και τις «αναπληρώνουν» με επιφανειακούς τρόπους, με σκοπό να μην τους επιτρέψουν να αναδυθούν και ταρακουνήσουν την φαινομενικά σταθερή και ισορροπημένη ζωή και καθημερινότητα τους.

 Ένας νέος άντρας που δεν μπορεί να σχετιστεί καθώς δεν επιτρέπει στην ευαλωτότητα του να αναδυθεί και αναπληρώνει με εξαρτήσεις. Μια νεαρή που προσπαθεί να καλύψει την ανάγκη για νοιάξιμο, προσοχή και φροντίδα με επιφανειακές, εφήμερες ερωτικές σχέσεις. Ένας άντρας που αν και αποτελεί παράδειγμα επιτυχημένου επαγγελματία, στην πραγματικότητα δεν δίνει δεκάρα για τις επαγγελματικές του νίκες αφού δεν αποτέλεσαν ποτέ προσωπική προσδοκία για τον ίδιο, απλά εκπληρώνει τις προσδοκίες των γονέων του.

Με μια φράση: Μια μη βιωμένη ζωή.

Άνθρωποι που με έναν τρόπο εκπληρώνουν το σενάριο που γράφτηκε για εκείνους μέσα από τα «πρέπει» και τα «θέλω» άλλων, άνθρωποι που δεν τόλμησαν να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέπτη ξέχωρα από τον ρόλο που τους δόθηκε να υπηρετήσουν. Και αν αυτό φαντάζει υπερβολικό να συμβεί σε κάποιον, η πραγματικότητα και η θεραπευτική πρακτική μας διδάσκει ότι συμβαίνει αρκετά συχνά. Όντας μέσα σε μια κατάσταση οι άνθρωποι πολλές φορές δύσκολα μπορούν να το ξεχωρίσουν και το καμπανάκι του κινδύνου χτυπάει όταν αντιλαμβάνονται ότι δεν τους ευχαριστεί τίποτα. Και όσο και αν αυτό ακούγεται σαν η αρχή μιας αποσταθεροποιητικής πορείας για έναν άνθρωπο, στην πραγματικότητα αποτελεί το ξεκίνημα μιας πορείας προς την αυτοπραγμάτωση.

Άρα τι μπορεί να βοηθήσει άραγε τον άνθρωπο να ζήσει ουσιαστικά; Το ξεγύμνωμα του αληθινού του εαυτού: η αποδόμηση της ψεύτικης περσόνας, το να επιτρέψει στον πραγματικό εαυτό του να αναδυθεί και να υπάρξει μέσα από τις αληθινές του ανάγκες οι οποίες αποτελούν την πηγή που θα τον γεμίσουν με πραγματικά, ουσιαστικά συναισθήματα που θα του προσφέρουν την πολυπόθητη ικανοποίηση. Να πάψει να θρέφει τον εαυτό του εξωτερικά αλλά να στραφεί μέσα του και να αναζητήσει εκεί την αλήθεια.

Το μόνο ερώτημα λοιπόν είναι αν είναι έτοιμος να αφήσει στην άκρη τη «μάσκα».

 

Ο ιός και το μάθημα του..

Ο ιός και το μάθημα του..

Τις τελευταίες ημέρες όλοι μας ζούμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση που ουδέποτε πολλοί από εμάς φανταζόμασταν. Η εξελισσόμενη πανδημία στην χώρα μας, απειλεί όχι μόνο εμάς και πολλά κοντινά μας πρόσωπα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, αλλά συνολικά την ύπαρξη μας καθώς με έναν τρόπο μας αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση μας απέναντι στη ζωή.

Μέσα σε 15 ημέρες, χάθηκαν πολλά από αυτά που θεωρούσαμε δεδομένα. Η καθημερινότητα, η διαθεσιμότητα των αγαθών, η αίσθηση της ασφάλειας, η ελευθερία μας και πολλά άλλα. Σε μεγάλο βαθμό, επαναπροσδιορίσαμε και επαναπροσδιορίζουμε ακόμη την αξία και τη σημασία εννοιών και αγαθών που μέχρι πρότινος ήταν «δεδομένα».

Νιώθουμε λύπη, άγχος, θυμό. Βιώνουμε πολλαπλές απώλειες και στην προσπάθεια μας να αμυνθούμε σε όλα αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα αντιδρούμε με διάφορους τρόπους οι οποίοι όμως έχουν όλοι τον ίδιο σκοπό: την άμυνα μας απέναντι στην απειλή, την επανάκτηση της αίσθησης ελέγχου και την προσπάθεια να νιώσουμε ασφαλείς.

Οι άνθρωποι στην προσπάθεια τους αυτή, εκδηλώνουν άγχος και πανικό, συσσωρεύουν αγαθά που δεν χρειάζονται, αγοράζουν μάσκες, κούτες με αντισηπτικά, ενώ άλλοι εκφράζουν μια δυσπιστία σε ότι ακούν, διακινούν θεωρίες συνωμοσίας και συχνά υποτιμούν το φαινόμενο, με σκοπό να το «αποδυναμώσουν» και να νιώσουν και πάλι ασφαλείς.

Ξαφνικά, εκεί που στις δυτικού τύπου κοινωνίες σαν τη δική μας, η αίσθηση του ατομικού είχε γίνει πιο σημαντική από τη συλλογικότητα, για να αντιμετωπίσουμε την απειλή, πρέπει να γυρίσουμε στη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη. Ένα τέτοιο παράδειγμα, είναι το γεγονός ότι επειδή η επιδημία εδώ και καιρό εξελισσόταν αλλού και ήταν μακριά μας, δεν μας αφορούσε ιδιαίτερα, και άρχισε να μας αφορά όσο ερχόταν όλο και πιο κοντά. Τώρα δε, που είναι μέσα στο σπίτι μας αρχίζουμε να βλέπουμε πιο καθαρά τη σοβαρότητα της.

Σθεναρά αντιστεκόμενοι, πολλοί συνάνθρωποι μας αρνούνταν να εγκαταλείψουν τις συνήθειες και τον εγκαθιδρυμένο τρόπο ζωής τους : την βόλτα, το καρναβάλι, τον καφέ, την απόδραση σε κάποιο προορισμό. Η δυσκολία να οριοθετήσουμε τον εαυτό μας η οποία εκδηλώθηκε με έναν σχεδόν ναρκισσιστικό τρόπο, μας έφερε αντιμέτωπους με το εξής απλό δεδομένο – που στο παρελθόν οι άνθρωποι γνώρισαν με πολλούς τραγικούς τρόπους: Αν δεν συμπεριφερθούμε με αλληλεγγύη και συλλογικότητα, δεν θα καταφέρουμε να ξεπεράσουμε την απειλή. Και όλο αυτό ξεκινάει από την ατομική ευθύνη του καθενός.

Εάν γυρίσουμε το φακό στο μικροσύστημα του καθενός, στην οικογένεια και τον εαυτό μας και εκεί τα μαθήματα είναι σημαντικά. Ξαφνικά σταματήσαμε να έχουμε πολλά από τα «εξωτερικά» πράγματα της καθημερινότητας που μας ευχαριστούσαν όπως δουλειά, χόμπι, φίλοι, ψώνια και πρέπει να ψάξουμε το νόημα στην καθημερινότητα μας, όντας έγκλειστοι στα σπίτια μας με τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους, ή ακόμη και μόνοι. Και ενώ μια τέτοια «μοναξιά» είναι αρκετά τρομακτική από μόνη της, μέσα σε τούτη τη συνθήκη καλούμαστε να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε μια νέα ρουτίνα έχοντας μόνο τα βασικά και φυσικά να απαντήσουμε στο ερώτημα: Ποια είναι τελικά τα σημαντικά;

Τέλος μέσα από τη διαδικασία αυτή, αναγκαζόμαστε να δούμε τον εαυτό μας έξω από όλα τα πρόσθετα που μας χαρακτηρίζουν, απογυμνωμένο, να τον δούμε υπαρξιακά ως ανθρώπινο ον, ως μέρος μιας ανθρωπότητας στην οποία όλοι μας εν τέλει μοιραζόμαστε τις ίδιες αγωνίες και τους ίδιους φόβους, ανεξάρτητα από πού προερχόμαστε η πως έχουμε δομήσει τη ζωή μας.

Εν κατακλείδι, ας δούμε τουλάχιστον τι μπορούμε να μάθουμε από όλο αυτό. Συχνά οι ειδικοί ψυχικής υγείας λέμε πως οι δυσάρεστες και δυσκολίες εμπειρίες είναι εκείνες που μας ωριμάζουν γιατί μας αναγκάζουν να μετακινηθούμε ένα βήμα παραπέρα. Έτσι και τώρα λοιπόν, ας δούμε όλοι μας τι μετακινήσεις πρέπει να κάνουμε – ο καθένας μέσα από τον δικό του μικρόκοσμο – ώστε αφενός να βγούμε πιο δυνατοί από αυτή την απειλή, αφετέρου να είμαστε περισσότερο έτοιμοι για τυχόν μελλοντικές, λαμβάνοντας υπόψη τα σημαντικά μαθήματα που η παρούσα συγκυρία μας δίνει.

Υπερπροστατευτικότητα: ένας στρεβλός τρόπος εκδήλωσης της γονικής αγάπης

Υπερπροστατευτικότητα: ένας στρεβλός τρόπος εκδήλωσης της γονικής αγάπης

Ο γονιός έχει εξ’ ορισμού το ρόλο του να προστατεύει το παιδί του, αφού το αγαπά και νοιάζεται, όμως πότε θα πρέπει αυτό να περιοριστεί ή ακόμη και να σταματήσει; Υπάρχει αγάπη που «πνίγει» και κάνει κακό; Και όμως ναι.

Τα τελευταία χρόνια ακούγεται όλο και περισσότερο ότι η «υπερπροστασία κάνει κακό» ενώ ταυτόχρονα τα περιστατικά των οικογενειών που ζητούν βοήθεια εξαιτίας των «παρενεργειών» της υπερβολικής αγάπης των γονέων, επίσης πληθαίνουν.

Ποιοι είναι οι υπερπροστατευτικοί γονείς; Εκείνοι που τρέχουν να τα κάνουν όλα για το παιδί τους, πολλές φορές πριν από αυτό, προσπαθώντας υπερβολικά να μην πληγωθεί, απογοητευτεί, παιδευτεί, κουραστεί, απορριφθεί κλπ.. Εκείνοι που επικοινωνούν με τα παιδιά τους υπερβολικά συχνά χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, που γνωρίζουν τα πάντα για τη ζωή τους, ακόμη και για τις υποχρεώσεις τους – πολλές φορές μάλιστα περισσότερα από όσα γνωρίζουν τα ίδια. Εκείνοι που ακόμη και όταν το παιδί ενηλικιώνεται, αρνούνται να εγκαταλείψουν το ρόλο του γονιού και να δουν τις άλλες πτυχές της ζωής τους – σκόπιμα συνήθως – και «θρέφονται» με το να έχουν λόγο και άποψη για το πώς το παιδί τους θα ζήσει τη ζωή του, γιατί εκείνοι ξέρουν καλύτερα.

Τι μήνυμα κρύβουν άραγε αυτές οι συμπεριφορές; «Μόνη/ος σου δεν μπορείς»… ή/και  «Εγώ (ο γονιός) ξέρω/μπορώ καλύτερα»…

Πόσο ματαιωτικό ένας γονιός να το καθρεπτίζει αυτό κάθε μέρα στο παιδί του; Ένας γονιός που βλέπει το παιδί του συχνά ως την προέκταση του εαυτού του ή ακόμη χειρότερα σαν ένα εργαλείο με το οποίο θα «πετύχει» όσα ονειρεύεται και ίσως μέχρι τώρα δεν πέτυχε, εμποδίζοντας την όποια αυτονομία επιχειρήσει να αναδυθεί από το παιδί του - καθώς θα έλθει σε σύγκρουση με τα δικά του θέλω.

Και κάπου εδώ έρχεται η μαθημένη αβοηθησία. Ένα παιδί που νιώθει ότι δεν έχει τον έλεγχο της ζωής του, η που μάλλον δεν θα τα καταφέρει, ή που απλά δεν αντέχει τη ματαίωση, την αποτυχία, την αυτονομία του, που δεν πιστεύει στις δυνατότητες του, γιατί έμαθε να κάνουν οι άλλοι τα πάντα γι’ αυτό. Ένα παιδί που δεν ξέρει πώς να αυτονομηθεί και να αντέξει τις δυσκολίες της ζωής γιατί κανείς δεν του έμαθε ποτέ ότι αυτές θα έλθουν, ή/και τον τρόπο να τις αντιμετωπίσει.

Συχνά τα παιδιά αυτά, γίνονται παθητικοί ενήλικες που δυσκολεύονται στη σύναψη διαπροσωπικών σχέσεων και που η αδυναμία διαφοροποίησης τους από τους γονείς τους, τους κάνει αν νιώθουν μια παράδοξη ανακούφιση, αφού η όποια προσπάθεια αυτονόμησης τους φέρνει αντιμέτωπους με αισθήματα ενοχής που «απορρίπτουν» τον γονιό «που μόνο το καλό του θέλει».

Φυσικά ο γονιός δεν πράττει τα παραπάνω σκόπιμα, αλλά καμιά φορά η ορμή του να γεμίσουμε τα κενά μας, σε συνδυασμό με την «υπερβολική» αγάπη για το παιδί μας, μας οδηγεί σε λάθος δρόμους όπου αντί να βοηθήσουμε και να ενισχύσουμε το παιδί μας να είναι αυτόνομο, δυνατό και να αντέχει τις ματαιώσεις της ζωής, να κάνουμε εντελώς το αντίθετο.

Πάντα λέω στους ανθρώπους που βλέπω και συναντώ, να προσπαθούν κάθε φορά να δουν τι από αυτά που νιώθουν και θέλουν είναι «δικό τους» και τι όχι. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο και συχνά όταν είμαστε εμπλεγμενοι σε μια κατάσταση είναι πολύ δύσκολο να το δούμε. Όμως ας προτρέψουμε τους γονείς να προσπαθήσουν να αντέξουν την όποια αβεβαιότητα φέρει το να επιτρέψει στο παιδί να κάνει τις δικές του επιλογές, καθώς έτσι θα ωριμάσει και θα δυναμώσει ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει αποτελεσματικότερα στο στίβο της ζωής.